Δε θυμήθηκα να σε ξεχάσω

Κυριακή, Απριλίου 23, 2006

Μυρωδιές και αναμνήσεις

Πάσχα των παιδικών μου χρόνων. Γεμάτο μυρωδιές και αρώματα. Με το που ΄κλείναν τα σχολεία, αρχίζανε πυρετωδώς οι ετοιμασίες στο μαγαζί μας. Είχαμε τόσο πολύ δουλειά τότε, που όλη η οικογένεια έπαιρνε μέρος. Η μαμά έπαιρνε άδεια από την δουλειά της, εμείς οι μικρές δουλεύαμε όλη μέρα από τότε που θυμάμαι τον ευατό μου. Εγώ σαν μεγαλύτερη και πιο αντικοινωνική στο εργαστήριο, με τον μπαμπά και τους δύο τεχνίτες μας, η μικρή επί των πωλήσεων στο μαγαζί με την μαμά και τα ξαδέρφια μας που ερχόντουσαν να μας βοηθήσουν.
Πριν αρχίσει ακόμη η Μ.Βδομάδα αρχίζαμε με τα νηστήσιμα. Με θυμάμαι να τυλίγω άπειρα κιλά φύλλο σε μια λεπτή ράβδο σαν μολύβι και μετά να τα κόβω μικρά μικρά κομματάκια για να κάνουμε κουρκουμπίνια. Μια δουλειά για γερά νεύρα, που όλοι αρνούνταν να την κάνουν , γιατί όσα και αν τύλιγες πάντα ήταν λίγα. Μα εμένα μου άρεσε η μυρωδιά του άψητου φύλλου, έβαζα ραδιόφωνο, γυρνούσα την πλάτη στο ρολόι και σταματούσα μόνο όταν ο μπαμπάς μου έλεγε πως φτάνουν για σήμερα. Όλο το εργαστήριο μοσχοβολούσε εκείνες τις μέρες από τα φρεσκοκομμένα αμύγδαλα και καρύδια, από το σιρόπι όταν έπεφτε πάνω στους ψημμένους μπακλαβάδες και καταιφάκια. Κάθε γλυκό είχε την δική του χαρακτηριστική μυρωδιά. Τα ροξ, τα τουλουμπάκια, τα τρίγωνα και τα μπακλαβαδάκια.
Τελειώναμε αργά το βράδυ, ο μπαμπάς με την μαμά μένανε και μετά τα μεσάνυχτα, με το που έκλεινε το μαγαζί, ξαναγυρνούσαν στο εργαστήριο. Η μικρή έφευγε πάντα πιο νωρίς, εγώ έπαιρνα το ποδήλατο για να γυρίσω στο σπίτι, αλλά πάντα λοξοδρομούσα και πήγαινα στις πάνω γειτονιές. Εκεί είχε στις αυλές των σπιτιών πασχαλιές, το αγαπημένο μου δεντράκι, αργά το βράδυ μύριζαν τόσο έντονα, τόσο όμορφα! Παρόλη την κούραση που ένιωθα από την ορθοστασία των ημερών, έκανα γρήγορα όλη την απότομη ανηφόρα με ορθοπεταλιά για να μείνω έστω και λίγα λεπτά παραπάνω εκεί, να με ζαλίσει αυτό το άρωμα. Όλα εκείνα τα βράδυα, ευχόμουν να μέναμε εκεί ψηλά, να μπορούσα να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου με το παράθυρο ανοιχτό, να μυρίζω πασχαλιές και στον ύπνο μου. Μα ούτε μια φορά δεν έκοψα ένα κλωναράκι να πάρω μαζί μου, το θεωρούσα ιεροσυλία.


Κάπου μεσοβδόμαδα βάφαμε άπειρες θήκες αυγών για τις κουλούρες που θα κάναμε. Ζαλιζόταν κανείς αν έμπαινε στο εργαστήριο, από το ξύδι που προσθέταμε στις βαφές.Κοκκίνιζαν τότε όλα τα σκεύη, τα χέρια μας, έπρεπε ένα ένα να τα γυαλίσουμε με λάδι. Και μόλις τελειώναμε με αυτά, άρχιζε η ετοιμασία για τα τσουρέκια. Μόνο όποιος έχει κάνει θα με καταλάβει. Η μυρωδιά αυτής της ζύμης είναι η πιο όμορφη σε όλο τον πλανήτη. Χρονομετρούσα τον μπαμπά, πάντα ήταν ο πιο γρήγορος να κάνει πλεξούδες, με κοιτούσε και γελούσε, στην αρχή με άφηνε να ζυγίζω μόνα τα κομμάτια της ζύμης , μετά με άφηνε να πλάθω και εγώ, να δίνω σχήμα στην ζεστή και μαλακή μάζα. Πλεξούδες μικρές και μεγάλες, κουλούρες για τις νύφες και τα βαφτιστήρια με ένα αυγό στην μέση.

Ήταν τόσο νόστιμο το τσουρέκι μας, που δεν έφταναν οι φούρνοι του εργαστηρίου μας για να προλάβουν τη ζήτηση. Έτσι αργά το απόγευμα, φορτώναμε το αυτοκίνητο μας με λαμαρίνες γεμάτες με τσουρέκια και πηγαινοερχόμασταν στον μεγαλύτερο φούρνο της πόλης. Ο φούρνος αυτός ήταν δίπλα στον μητροπολιτικό ναό. Τα πρώτα χρόνια ντρεπόμουν να κουβαλάω τις λαμαρίνες, μύριζα από πάνω μέχρι κάτω μαχλέπι, τα ρούχα μου άσπρα από το αλεύρι, με ποδιά και σκούφο, την στιγμή που οι φίλες μου και οι συμμαθητές μου καλοντυμένοι έμπαιναν στην εκκλησία για την λειτουργία. Αν με χαιρετούσε κάποιος έκανα πως δεν άκουγα και χωνόμουν βιαστικά μέσα στον φούρνο, χαιρόμουν όταν επιτέλους νύχτωνε, γιατί νόμιζα πως δεν θα με αναγνωρίσουν.
Κάποιες φορές έκλαιγα, όταν από την κούραση δεν άντεχα άλλο. Γκρίνιαζα στην μαμά, της έλεγα πως όλα τα παιδιά αυτές τις μέρες ξεκουράζονται και κάνουν ένα σωρό πράγματα. Και όταν μου έλεγε πως αυτή είναι η δουλειά μας και να πάω σπίτι να ξεκουραστώ,καταλάβαινα πως έχει δίκιο. Μουλάρωνα και έλεγα δεν πάω σπίτι, θα μείνω. Ήξερα πως η δουλειά απλά έπρεπε να βγει, έπρεπε να βοηθήσω όσο μπορούσα. Γκρίνιαζα και όταν δεν με άφηνε να δοκιμάσω ούτε ένα τσουρέκι από αυτά που έκανα, λόγω της νηστείας. Αχ, τι μαρτύριο και αυτό, να είσαι ανάμεσα σε εκατοντάδες τσουρέκια, να περιμένεις να κρυώσουν για να τα τυλίξεις σε διάφανη μεμβράνη και να σου λένε ότι πρέπει να νηστέψεις! Καμιά στιγμή δεν άντεχα, τσιμπολογούσα καμιά πλεξούδα στα κρυφά, και όταν με έπιανε δέν με μάλωνε, έλεγε φάε, φώναξε και την μικρή, να την μοιραστείτε, για να έχετε δυνάμεις μέχρι το βράδυ.
Το Μ. Σάββατο μετά το απόγευμα σταματούσαν οι ετοιμασίες. Η μαμά πήγαινε σπίτι να ετοιμάσει την μαγειρίτσα, και οι υπόλοιποι μέναμε να τυλίγουμε και να πουλάμε τσουρέκια. Πολλές χρονιές, σχεδόν ξεπουλούσαμε όταν οι τεχνίτες ήδη είχαν σχολάσει,έτσι ξαναμπαίναμε στο εργαστήριο μαζί με τον μπαμπά και μέχρι τελευταία στιγμή ψήναμε τσουρέκια. Κλείναμε στις 23.30, τρέχαμε στο σπίτι για ένα βιαστικό μπάνιο και με μούσκεμα τα μαλλιά βγαίναμε στην Ανάσταση. Πολλές φορές βέβαια, απλά βλέπαμε τον κόσμο να επιστρέφει με τις λαμπάδες αναμμένες. Αλλά δεν μας πείραζε, η μαγειρίτσα μας περίμενε στο σπίτι, και κάτι άλλες τοπικές λιχουδιές που αν σας τις πω θα σας μπερδέψω. :))
H Kυριακή του Πάσχα διέφερε μόνο το μεσημέρι της από τις άλλες. Τότε κλείναμε πάλι για λίγο και πηγαίναμε στο χωριό του πατέρα μου, όπου οι θείες και τα ξαδέρφια μου τα είχαν έτοιμα όλα.Όταν μεγαλώσαμε λιγάκι, και η δουλειά επιτέλους είχε λίγο αραιώσει (μας λυπήθηκε ο Θεός έλεγε χαριτολογώντας η μαμά), πηγαίναμε οι γυναίκες από το πρωί στο χωριό, και έτσι μάθαμε ότι το Πάσχα μυρίζει και αλλιώς πέρα από σιρόπι και μαχλέπι. Μυρίζει και στάχτη, τσίκνα από το αρνάκι και το κοκορέτσι, φρέσκια ντομάτα και αγγουράκι από τον κήπο της θείας μου, και αγάπη, πολλή αγάπη,πρόσωπα χαμογελαστά, γιατί μόνο τότε βλέπαμε τους συγγενείς μας,ζούσαμε ότι ζούσαν και οι άλλοι αυτές τις μέρες.
Όσο σπουδάζαμε αλλά και μετά που δουλεύαμε, πάντα κανόνιζαμε να είμαστε ή εγώ, ή η αδερφή μου αυτές τις μέρες στο μαγαζί. Τότε δεν ντρεπόμουν, καμάρωνα που ο μπαμπάς ήταν ζαχαροπλάστης. Κάποιοι τον πειράζανε και του λέγανε, καλά σπούδασες τα κορίτσια, για να έρχονται να βοηθάνε πάλι στο μαγαζί, και αυτός κατέβαζε το κεφάλι στεναχωρημένος. Έφτανε ένα χαμόγελο μας και ένα: αμάν βρε μπαμπά άσε τους περίεργους να μας ζηλεύουν, για να συνέλθει και να καμαρώσει και αυτός για΄μας. Όταν άρχισα να δουλεύω και μ΄ αναγκάζανε να βάζω εφημερία τέτοιες μέρες με έπιανε κατάθλιψη. Δεν καταλαβαίνω Πάσχα μακρυά από όλες αυτές τις μυρωδιές, δεν καταλαβαίνω Πάσχα αν δεν είμαι κοντά στους δικούς μου. Έτσι και φέτος, χωρίς τίποτα από όλα αυτά, δεν ένιωσα τίποτα. Του χρόνου όμως μου έταξα ταξίδι στα πάτρια εδάφη, ο κόσμος να χαλάσει.

Χρόνια Πολλά! Ελπίζω να περάσατε και να περνάτε όλοι όμορφα. Και μυρωδάτα! ;))

25 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

<< Home