Δε θυμήθηκα να σε ξεχάσω

Τρίτη, Φεβρουαρίου 28, 2006

Νύχτες σαν εκείνες

Κενές
Ατελείωτες
Κρύες


Με μόνη παρέα τότε, κάτι περσικά τραγούδια στο ραδιόφωνο, δεν έπιανα με τίποτα ελληνικούς σταθμούς. Και τα γράμματα σου. Χιλιοδιαβασμένα, χιλιοχαϊδεμένα. Με κάτι βιαστικά σκιτσάκια που έκανες στο τρένο για να περνάει η ώρα. Κάποιες φορές με κάποιο μπλουζάκι σου αγκαλιά, που έκλεβα κρυφά από τον σάκο. Για να σε νιώθω, να σε μυρίζω, να σε έχω κοντά μου.
Κάποτε με ρώτησες τι έκανα όλα αυτά τα εισιτήρια που μάζευα. Ήταν τότε τόσο σημαντικά. Αυτά τα χαρτάκια ήταν οι μέρες που μας ένωναν. Όταν καταλάβα τι λιγοστές ήταν, σε σχέση με τα χρόνια που ήμασταν μαζί, τα πέταξα. Και κράτησα τα χρόνια.

Πήγαμε Άμστερνταμ με τρένο. Φοβόμουν ότι μόλις ακούσω τον ήχο του να πλησιάζει, θα βάλω τα κλάμματα. Μα τι τύχη! Τα νέα, υπερσύγχρονα τρένα δεν αγκομαχούν, και ο σταθμός δεν θύμιζε σε τίποτα αυτούς που σε αποχαιρετούσα. Εκείνοι ήταν ανοιχτοί, επίτηδες λες, να μπαίνει ο αέρας και το κρύο. Να παγώνουν τα δάκρυα μη τυχόν και κυλήσουν. Αυτός τώρα ήταν ζεστός, να ήταν άραγε έτσι μόνο επειδή φεύγαμε μαζί; Κοιτούσα δήθεν αδιάφορα τις γραμμές, φοβόμουν μην αντικρύσω κανένα ζευγάρι να φιλιέται και θυμηθώ εμάς. Πόσους αποχαιρετισμούς νομίζεις αντέχει η καρδιά; Και πόσους τα μάτια; Σε θυμάμαι να μου λες πίσω από το τζάμι "μην κλαις", να κάνεις γκριμάτσες για να γελάσω. Και όταν το τρένο ξεκινούσε, να κρέμεσαι στο παράθυρο για να μου στείλεις φιλιά. Και έπειτα το τίποτα. Να μένω πίσω να μετράω αντίστροφα τις μέρες. Μέχρι την επόμενη φορά.



Από τότε δεν έχουν αλλάξει πολλά. Ίσως μόνο τα τρένα και οι αντοχές μου. Ακόμη ξενυχτάω με ραδιόφωνο, ακόμη φοράω τα φορεμένα σου μπλουζάκια για να με ξεγελάω. Η νύχτα έρχεται και με κουράζει. Ξαπλώνει πάνω μου. Τεντώνεται, τεντώνεται και με πονάει. Άλλη μια νύχτα. Μία από εκείνες τις αμέτρητες.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2006

Kill my silence

Παλιές μου νίκες




Νέες μου ήττες






Ήρθες




και άλλαξες τα χρώματα.




Ήρθες





και δεν θέλησα ποτέ ξανά να φύγω.


Θέλω να κάνω όλους τους κύκλους μαζί σου, από την αρχή.


Χωρίς σιωπές.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2006

Almond blossom - Van Gogh



Ένας πίνακας που είδα για πρώτη φορά. Και έμεινα να τον κοιτώ για ώρα. Τα χρώματα του βέβαια είναι λίγο διαφορετικά. Στην πραγματικότητα είναι ακόμη πιο όμορφος. Έχει ένα γαλαζοπράσινο φόντο, σαν θάλασσα και ουρανός μαζί. Τα άνθη έχασαν λίγο από το αρχικό τους χρώμα με το πέρασμα του χρόνου, λέει το βιβλίο. Ήταν λίγο πιο ροζ. Σκληρός ο χρόνος. Αλλάζει τα πάντα.

Ερωτεύτηκα αυτό τον πίνακα. Να φταίει που βαρέθηκα τον χειμώνα; Που θέλω να δω και άλλα χρώματα πέρα από το γκρίζο και το άσπρο; Θυμήθηκα την αμυγδαλιά στην αυλή του παλιού μας σπιτιού. Τι χαρά κάναμε με την αδερφή μου μόλις βλέπαμε τα πρώτα του λουλούδια να ανθίζουν. Και όταν γέμιζαν όλα της τα κλαδιά, με τον αέρα γέμιζε όλη η αυλή ροζ πέταλα. Η μικρή καθόταν πάντα κάτω από αυτό και έπαιζε με τις ώρες. Πέφταν ανθάκια πάνω στα μακρυά μαλλιά της και έμοιαζε με πριγκήπισσα παραμυθιού.

Λένε πως αυτό το δέντρο είναι σύμβολο νέας ζωής. Το πρώτο που ανθίζει, το πρώτο που καταφέρνει μες στο κρύο να φέρει το μήνυμα. Η άνοιξη έρχεται. Τα καινούρια έρχονται. Διψάω για χρώματα, για μυρωδιές και κάτι νέο. Το μόνο που δεν θέλω να αλλάξω στην ζωή μου είσαι εσύ. Ίσως γιατί μόνο εσύ μπορείς να με κάνεις να ανθίσω.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2006

Βρήκα κάτι για τους πίνακες που σου αρέσουν

Fishing boats on the beach at Les Saintes-Maries-de-la-Mer

In late 1888 Van Gogh decided to paint seascapes around the Mediterranean coast. He thought of going to Marseilles or Martigues, but finally headed for the little fishing town of Les Saintes-Maries-de-la-Mer. Altough Van Gogh only stayed there for a few days, he managed to complete nine drawings, two seascapes and a view of the town.

As he was leaving Saintes-Maries he made a drawing of the boats: ''That was before the boats put out to sea posthaste, I had observed it every morning, but because they left very early, I had no time to paint it.''

Back in his studio in Arles Van Gogh had plenty of time to create a painting based on his sketches. In a letter to Bernand he described this studio work as a composition of ''small green, red and blue boats, so lovely in respect of form and colour that they recall flowers''.




The yellow house

Van Gogh's dream was to found a colony of artists where like-minded individuals could live and work together. He thought that a collective studio could be established in the rooms that he rented in May 1888 in the right section of the yellow house on place Lamartine in Arles.
Vincent had the apartment redecorated: '' I want to make a true artists' house of it, but not expensive, on the contrary, nothing expensive, but everything- from the chair to the painting- with character''.

In his studio he painted The yellow House, a description of which he sent to his brother Theo: ''For it is tremendous, those yellow houses in the sun and then the incomparable clarity of the blue....The house to the left is pink with green shutters, that stands in the shadow of a tree, that is the restaurant where I go to eat every day. My friend, the postman, lives at the end of the street to the left, between two railway bridges''.



Wheatfield under thunderclouds

In Auvers, Vincent painted a number of landscapes with wheatfields in an unusual, elongated format (50x100). He wrote about these canvases in a letter to his brother Theo: ''They are enormous sweeping wheatfields beneath stormy skies and I have intentionally tried to express sadness, extreme loneliness in them''.

The simple composition of Wheatfield under thunderclouds - a division itno two horizontal planes - emphasizes the boundless quality of the open fields. There is no tree, bird or figure to interrupt the horizontal character of the landscape.

However, the painter claimed that these works also contained a positive meaning: '' I am almost sure that in these canvases I have articulated what I cannot express in words, namely how healthy and heartening I find the countryside''.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2006

Tον είδα σας λέω!

Το Σάββατο, σε ένα μουσείο στο Άμστερνταμ.
Γλυκούλης είναι ο άτιμος.
Και τι να φοβηθείς από ένα παιδί;
Αθώος, με πονηρό χαμογελάκι και το δάχτυλο
στα χείλη να ζητά σιωπή, προσοχή.
Κόλπο είναι για να μην δεις
ότι το άλλο χέρι,
ετοιμάζεται να πάρει ένα βέλος.
Αυτό που θα σε πληγώσει.

Μα πώς να του θυμώσεις;

Και γιατί από τα βέλη του να φυλαχτείς;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10, 2006

Ψάχνοντας χρώματα









Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2006

Πίσω από κάθε κείμενο ένας άνθρωπος


Μπορεί να είμαι υπερβολική και ανόητα συναισθηματική, εντάξει το παραδέχομαι, πάντα έτσι ήμουν (πώς να αλλάξω τώρα;). Μακρυά όμως από όλους τους φίλους μου, χάρηκα που ανακάλυψα όλη αυτή την μεγάλη παρέα. Στην αρχή νόμισα πως είναι κάτι πολύ βολικό. Σας διαβάζω χωρίς να το ξέρετε, ό,τι ώρα θέλω, χωρίς να φοβάμαι πως ενοχλώ. Δεν θα μέ ξυπνήσει κανείς κλαίγοντας 3 η ώρα το πρωί γιατί μόλις χώρισε, δεν θα μου ζητήσει κανένας να βγω με το ζόρι μαζί του, θέλω δεν θέλω, μπορώ δεν μπορώ, γιατί έτσι απλά κάνουν οι φίλοι. Όποτε θέλω σας διαβάζω, όποτε θέλω απαντώ, ότι θέλω γράφω και στο δικό μου blog.

Αργότερα όμως, όσο διάβαζα τον καθένα από εσάς, έπιασα τον ευατό μου να νοιάζεται για άγνωστους ανθρώπους. ''Για ψυχές δίχως πρόσωπα''. Και δεν ξέρω, το έχουν νιώσει αυτό όσοι παίρνουν μέρος σε reality; Χαίρονται αυτοί με την χαρά του άλλου, νοιάζονται όταν τους νιώθουν στεναχωρημένους; Και ποιο είναι το δώρο μας εδώ μέσα, τι κερδίζει ο νικητής; Υπάρχει νικητής; Υπάρχουν όροι; Και τι δείχνει το μάτι της κάμερας; Μήπως το κομμάτι του ευατού μας, που εμείς εν γνώσει μας παρουσιάζουμε στα γραπτά μας, στις μουσικές και στις εικόνες μας; Και είναι άραγε τόσο κακό αυτό;

Για ορισμένους εδώ μέσα,νιώθω ότι πραγματικά είναι κοντά μου. Εγώ το νιώθω, αυτοί μπορεί και να μην είναι. Όλα είναι σχετικά σε αυτή την ζωή. :)) Ίσως γιατί βρίσκω πολλά κοινά, ίσως γιατί με βάζουν να σκέφτομαι πράγματα που επιμελώς αποφεύγω να αντιμετωπίσω . Ανακουφίζομαι όταν ανακαλύπτω ότι αυτά που πέρασα, ή περνάω τα βιώνουν και άλλοι και βρίσκουν την δύναμη να τα προσπεράσουν. Αισθάνομαι λιγότερο εξωγήινη, όταν βλέπω ότι και κάποιος άλλος αντιδρά παρόμοια στο ίδιο ερέθισμα. Είναι μια γλυκιά συνωμοσία που είχα να την νιώσω από παιδί.

Χρησιμοποιώ την λέξη νιώθω, γιατί μόνο αυτή ταιριάζει σε αυτή την παρέα. Ξέρω πως ποτέ δε θα σε δω να κλαις,να φοβάσαι, να αγχώνεσαι για κάτι, θα το νιώσω όμως μέσα από τα λόγια σου. Δεν μπορώ να δω το χαμόγελο σου, θα το αισθανθώ όμως, θα χαρώ και εγώ και ας μην σε έχω αντικρύσει ποτέ. Είναι άρρωστο αυτό; Μήπως πίσω από κάθε κείμενο, δεν είναι ένας άνθρωπος;

Στις αρχές μαγεύτηκα, νόμισα πως κάποιοι απλά έχουν το χάρισμα να χρησιμοποιούν όμορφα τις λέξεις, σαν να σε υπνωτίζουν. Μετά κατάλαβα πως δεν φταίνε οι λέξεις. Μαγεία και δύναμη έχουν αυτοί που τις γράφουν. Αυτοί που δεν ντρέπονται να πούνε πως είναι απογοητευμένοι, μπουχτισμένοι, πληγωμένοι,ή χαρούμενοι και ερωτευμένοι. Αυτοί που θέλουν κάτι να αλλάξει,ή να καταγράψουν κάτι από τα παλιά, γιατί φοβούνται πως θα το ξεχάσουν. Να βάλουν τις σκέψεις σε σειρά, να βγάλουν αισθήματα και συναισθήματα καταπιεσμένα επίτηδες από καιρό.Να γράψουν για κάτι που δεν τους άρεσε, ή για κάτι που τους άρεσε πολύ.

Μα πιο πολύ να μοιραστούνε, να βγάλουν κάτι από μέσα τους, και ας ξέρουν πως ίσως και κανείς να μην καταλάβει. Παίρνουν το ρίσκο, έχουν την ευθύνη. Και σίγουρα περιμένουν αυτός που θα διαβάσει, αν δεν μπορεί να τους καταλάβει, τουλάχιστον να τους σεβαστεί. Και να μην μαγαρίσει το χώρο τους, με άσχημα λόγια, με δήθεν συστάσεις, με κομπλεξικές επιθέσεις. Δεν κατάλαβα ποτέ αυτούς που βρίζουν, που γράφουν άσχημα στα σχόλια, που κρίνουν άκομψα τον άλλο. Είμαι τυχερή γιατί μέχρι τώρα δεν μου απάντησε ποτέ κανένας έτσι. Χαίρομαι που τα σχόλια των φίλων μου είναι πιο όμορφα από τα κείμενα μου.

Πίσω από κάθε κείμενο, κάθε σχόλιο, ένας άνθρωπος. Τι πιο όμορφο από αυτό;

Υ.Γ: Mαυρογατούλη, ευχαριστώ που μου έδωσες την αφορμή με "To μεγαλύτερο reality όλων των εποχών", να καθήσω να γράψω για κάτι που σκεφτόμουν από καιρό.
Αrmiriki, όλα καλά. Εγώ συγνώμη.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 06, 2006

Μια βδομάδα σαν παραμύθι


Από σήμερα έχω άδεια. Με ζόρισε ο διευθυντής να την πάρω, είναι λέει του προηγούμενου χρόνου, πρέπει, αλλιώς θα την χάσω. Εγώ λέω, φοβάται μην ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου και εξαφανιστώ όλο το καλοκαίρι Ελλάδα. Ας είναι, έχω ένα σωρό πράγματα να κάνω σε αυτή την βδομάδα.

Πρώτα απ'όλα, να θυμηθώ ότι έχω σπίτι και να το φροντίσω ανάλογα. Να σου μαγειρέψω ότι σου αρέσει, αν και δύσκολο να αποφασίσω τι. Όλα λες πως σου αρέσουν, ποτέ δεν με κακοκάρδισες. Να ψάξω τις συνταγές με τα γλυκά. Κάθε μέρα πρέπει να είναι πιο γλυκιά από την άλλη, το υποσχέθηκα, θα το κάνω πραγματικότητα. Ξέρω, ξέρω, άλλο εννοούσα όταν το έλεγα, αλλά ας ξεκινήσω από τις γεύσεις.

Θα πάρω τηλέφωνο όλους τους φίλους με την σειρά. Δεν είναι ότι τους ξεχνάω, αλλά μια γυρνάω κουρασμένη, μια γυρνάω περίεργες ώρες, μια δεν γυρνάω καθόλου. Και τις μέρες που είμαστε μαζί, που είμαι χαρούμενη και θέλω με όλο τον κόσμο να μιλήσω, δεν σπαταλώ δευτερόλεπτο. Οι ώρες αυτές είναι δικές μας, ξεχνάω τους πάντες και τα πάντα.

Σήμερα έχει την αγαπημένη μου εκπομπή στο ραδιόφωνο. Θα την ακούσω και ας είμαι μόνη. Μου έλειψε η παρέα της φωνής του, πάει καιρός που τον άκουσα τελευταία φορά. Να θυμηθώ να την γράψω, να την ακούσουμε πάλι μαζί.

Θα διαβάσω επιτέλους τα κείμενα των φίλων. 28 μέρες του Φεβρουαρίου 2006. Και ξέρω πως θα τα ρουφήξω αχόρταγα, όπως έκανα μικρή τα καλοκαίρια με τα βιβλία από την δανειστική. Να καθήσω στο πάτωμα όπως τότε, να απομονώσω ήχους, χρόνο και σκέψεις, και να απολαύσω τις ιστορίες τους. Και δεν είναι και η μαμά εδώ, να με διακόψει λέγοντας: άσε το διάβασμα πια, αμάν αυτή η μανία σου, σού βρήκα δουλειά να κάνεις.Ας ήσουν εδώ μαμά και ας φώναζες όλη μέρα.
Δεν θα της πω ότι έχω άδεια, θα στεναχωρεθεί που δεν θα πάω να τους δω.

Έχω επιτέλους τον χρόνο, να κάνω ένα καφέ και να διαβάσω τους virtual φίλους μου. Aν και για μένα δεν είναι καθόλου virtual, τους βαφτίζω έτσι για να τους ξεχωρίζω από τους άλλους, αυτούς που έχω δει, έχω αγγίξει, ξέρω τα τηλέφωνα και τον ήχο του γέλιου τους. Αυτές, ίσως είναι και οι μόνες διαφορές τελικά.